Η δύσπνοια μπορεί να προέρχεται από το αναπνευστικό σύστημα, αλλά μπορεί επίσης να σχετίζεται με την αιμάτωση της καρδιάς. Η κατανόηση του πότε αυτό το σύμπτωμα χρήζει καρδιολογικής αξιολόγησης βοηθά τους ασθενείς να αναζητήσουν έγκαιρα τη σωστή φροντίδα.
Δύσπνοια που εμφανίζεται με δραστηριότητες όπως το περπάτημα ή το ανέβασμα σκαλιών μπορεί να χρήζει καρδιολογικής αξιολόγησης.
Δύσπνοια που επιδεινώνεται όταν ο ασθενής ξαπλώνει και υποχωρεί όταν κάθεται είναι εύρημα που αξίζει προσοχής.
Δύσπνοια που συνοδεύεται από θωρακικό πόνο μπορεί να απαιτεί επείγουσα αξιολόγηση.
Παθήσεις των πνευμόνων όπως το άσθμα και η ΧΑΠ μπορούν επίσης να προκαλέσουν δύσπνοια, γι' αυτό η διαφορική διάγνωση είναι σημαντική.
Η EECP μπορεί να εξεταστεί μόλις διαπιστωθεί ότι η δύσπνοια σχετίζεται με την καρδιά.
Ορισμένοι ασθενείς αναφέρουν θετική αλλαγή στην καθημερινή τους αντοχή αφού υποστηριχθεί η αιμάτωση της καρδιάς.
Πριν σχεδιαστεί η EECP, η καρδιολογική ομάδα διερευνά την υποκείμενη αιτία της δύσπνοιας.
Η EECP μπορεί να μην είναι κατάλληλη επιλογή όταν η δύσπνοια οφείλεται στους πνεύμονες· η ακριβής διάγνωση είναι απαραίτητη.
Ασθενείς των οποίων η δύσπνοια σχετίζεται με διαγνωσμένη καρδιοπάθεια.
Ασθενείς των οποίων η ικανότητα για σωματική δραστηριότητα παραμένει περιορισμένη παρά την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή.
Ασθενείς που, μετά την αξιολόγηση, θεωρούνται καλοί υποψήφιοι από την καρδιολογική τους ομάδα.
Η αιτία της δύσπνοιας διαφέρει από άτομο σε άτομο. Η EECP μπορεί να αποτελεί επιλογή μόνο σε περιπτώσεις που αξιολογούνται ως καρδιακής αιτιολογίας και δεν αποτελεί, από μόνη της, μέθοδο διάγνωσης. Η καρδιολογική αξιολόγηση είναι πάντα το πρώτο βήμα.